Ο 18χρονος που κατηγορείται μαζί με τον συνομήλικο φίλο του ότι σκότωσαν τον Κώστα Σγούρο και τον Γιάννη Κομμάτη στη Μάνη για μια χούφτα αναβολικά και 800 ευρώ, βρέθηκε σήμερα ενώπιον του ανακριτή και απολογήθηκε.Δήλωσε αθώος και είπε: «Καταρχάς, θα ήθελα να εκφράσω την τεράστια οδύνη μου για το θάνατο του Κωνσταντίνου Σγούρου και του Ιωάννη Κομμάτη και τα συλλυπητήριά μου στις οικογένειές τους και τους ανθρώπους τους, αλλά και να ζητήσω συγγνώμη για την απερίσκεπτη συμπεριφορά μου που προκάλεσε ένα τόσο τραγικό αποτέλεσμα, το οποίο δυστυχώς δεν μπορεί πια να επανορθωθεί και θα με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή. Παρά τα όσα έχουν γραφτεί και λεχθεί για την υπόθεση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδίως εξαιτίας των όσων επακολούθησαν του συμβάντος, δεν είμαι ούτε δολοφόνος ούτε αδίστακτος κακοποιός, αλλά ένας σοκαρισμένος, φοβισμένος, ανώριμος και άμυαλος νέος 18 ετών, ο οποίος βρέθηκε μπροστά σε μια πρωτοφανή γι’ αυτόν κατάσταση που ούτε προέβλεψε ούτε μπορούσε να διαχειριστεί.
Δηλώνω ότι αρνούμαι τις κατηγορίες, όπως μου αποδίδονται, όχι επειδή δήθεν είμαι κάποιος αμετανόητος και σκληρός εγκληματίας, αφού έχω μετανοήσει ειλικρινά, αποδοκιμάζω αυτό που συνέβη και ντρέπομαι για τη δοκιμασία, στην οποία έχω υποβάλει τις οικογένειες των θυμάτων, αλλά και τη δική μου οικογένεια. Η αθωότητά μου συνίσταται στο γεγονός ότι δεν πυροβόλησα οποιονδήποτε εκ των θανόντων, ούτε είπα ποτέ στον συγκατηγορούμενό μου να πυροβολήσει τους θανόντες ούτε συναποφάσισα μαζί του εκ των προτέρων να σκοτωθούν οι θανόντες, ούτε συναίνεσα σε κάτι τέτοιο, ούτε το θέλησα, ούτε προέβλεψα ότι αυτοί θα σκοτώνονταν, ούτε είχα οποιοδήποτε συμφέρον ή ωφέλεια από το θάνατό τους, ώστε να τον επιδιώξω ή να τον αποδεχθώ... Ζω με τους γονείς μου και το μικρό μου αδελφό που θα πάει τετάρτη δημοτικού, στον Κάμπο Αβίας σε διώροφη οικία που ανήκει κατά το ήμισυ στον πατέρα μου και κατά το ήμισυ στον αδελφό του και θείο μου. Ο πατέρας μου, όπως και ο θείος μου, είναι αγρότης, έχοντας στην ιδιοκτησία του περί τα 35 στρέμματα ελιές με παραγωγή περίπου 2 τόνων ετησίως, καθώς και ένα κατάστημα – σούπερ μάρκετ στο ισόγειο της οικίας μας, το οποίο εκμισθώνει, ενώ τα καλοκαίρια ασχολείται με οικοδομικές εργασίες (μερεμέτια, υδραυλικά κλπ)».
Τι έγινε το μοιραίο βράδυ της δολοφονίας
«Οι μέρες όμως περνούσαν και γίνονταν εβδομάδες και αυτός δεν μου έφερνε τα αναβολικά, μολονότι είχε εισπράξει το αντίτιμο. Πιστεύω σήμερα ότι αυτό ήταν ένα είδος τακτικής, προκειμένου να με κάνει να νιώσω απολύτως εξαρτημένος από αυτόν και τις ουσίες που μου έδινε. Σχεδόν καθημερινά τον ενοχλούσα με μηνύματα στο facebook, αλλά εκείνος προέβαλε διάφορες δικαιολογίες και με πήγαινε από μέρα σε μέρα. Το βράδυ της 18.8.2014, λίγο μετά τις 22.00, και ενώ βρισκόμουν στο σπίτι μου με το Νίκο Μ......, τηλεφώνησα στο Σγούρο με την πρόφαση ότι δήθεν είχα βρει ένα κλεμμένο AUDI S3 μαύρο, αλλά ουσιαστικά αυτό που ήθελα ήταν να βρεθούμε, για να τον πιέσω να μου φέρει τα αναβολικά. Μετά από μια ώρα περίπου μου τηλεφώνησε από άγνωστο αριθμό και μου είπε να βρεθούμε στο πάρκο του Αλμυρού και μάλιστα με ρώτησε αν χρειαζόταν να φέρει και όπλο μαζί του, οπότε εγώ του είπα ότι δεν χρειαζόταν, αλλά μέσα μου υποψιάστηκα ότι αυτός θα το έφερνε ούτως ή άλλως.
Επειδή δεν ήξερα πώς θα αντιδρούσε στην πίεσή μου να μου φέρει τα αναβολικά και επειδή η ιστορία με το κλεμμένο αυτοκίνητο ήταν ουσιαστικά μια φάρσα, ζήτησα από το φίλο μου το Νίκο που είναι εμφανώς πιο ψηλός και πιο σωματώδης από μένα, να έρθει μαζί μου, ώστε η παρουσία του να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε περίπτωση δημιουργίας έντασης. Μέσα στη νεανική αφέλεια και απερισκεψία μας πήραμε και μια καραμπίνα από την αποθήκη, όχι βέβαια για να σκοτώσουμε, αλλά απλώς και μόνο για εκφοβισμό, αν προέκυπτε ότι ο Σγούρος οπλοφορούσε.
Στο ραντεβού πήγαμε με το αγροτικό του πατέρα μου. Ο Σγούρος ήρθε με τη μηχανή του συνοδευόμενος από έναν φίλο του, πολύ γυμνασμένο και αυτόν, με φοβερή σωματική διάπλαση, περίπου στην ηλικία του, τον οποίο δεν ήξερα και εκ των υστέρων έμαθα ότι λεγόταν Ιωάννης Κομμάτης. Μόλις τον είδαμε εγώ και ο Νίκος ταραχθήκαμε και φοβηθήκαμε, διότι στα μάτια δύο πιτσιρικάδων ο άντρας αυτός φάνταζε και ήταν πανίσχυρος και ικανός να μας ισοπεδώσει μόνο με τα χέρια του. Ο Σγούρος ισχυρίστηκε ότι ο φίλος του ήταν μηχανικός αυτοκινήτων και είχε έρθει, για να ελέγξει το αυτοκίνητο, αλλά εγώ έχω την πεποίθηση ότι αυτό ήταν μια πρόφαση, διότι στην πραγματικότητα ήθελε να με τρομοκρατήσει, για να μην τον ενοχλώ για τα αναβολικά, διότι αν πραγματικά χρειαζόταν ένα μηχανικό αυτοκινήτων, θα μπορούσε να φέρει μαζί του έναν άνθρωπο φυσιολογικών διαστάσεων. Εγώ πάντως ρώτησα το Σγούρο να μου πει τι γίνεται με τα αναβολικά που του έχω παραγγείλει και, όταν αυτός μου απάντησε ότι ακόμη δεν τα έχει φέρει και άρχισε να δημιουργείται μια ένταση, εγώ έφυγα όπως – όπως μαζί με το Νίκο.
Στο δρόμο μού τηλεφώνησε ο Σγούρος και μου ζήτησε να τα βρούμε, λέγοντάς μου ότι θα ήθελε σε κάθε περίπτωση να δει το αυτοκίνητο που του είχα αναφέρει. Εγώ, από ένα στιγμιαίο νεανικό πείσμα, δεν του είπα την αλήθεια, αλλά του ζήτησα να με βρει στη γέφυρα της Κοσκάρακας.
Μετά βέβαια κατάλαβα ότι αυτό ήταν λάθος και αγχώθηκα, αναλογιζόμενος πώς θα αντιδρούσε ο Σγούρος και ο θηριώδης φίλος του, όταν θα μάθαιναν ότι δεν υπήρχε αυτοκίνητο. Φτάνοντας στη γέφυρα, ο Σγούρος και ο φίλος του ήταν εμφανώς εκνευρισμένοι και εριστικοί και ο Σγούρος διαμαρτυρόταν, γιατί εξαιτίας μου έφερε και το φίλο του. Εγώ προσπάθησα να τους καθησυχάσω, λέγοντάς τους ότι το αυτοκίνητο ήταν μακριά, στο χωριό Αλτομιρά, για να μην τους συλλάβει η αστυνομία, και ξεκινήσαμε προς τα εκεί. Κάποια στιγμή μπήκαμε σε έναν χωματόδρομο, όπου το μηχανάκι δυσκολευόταν να συνεχίσει, με αποτέλεσμα ο Σγούρος και ο φίλος του να κατέβουν, οπότε κατέβηκα κι εγώ, για να συνεχίσω μαζί τους με τα πόδια.
Προτού κατέβω από το αυτοκίνητο, εγώ και ο Νίκος είχαμε ήδη πανικοβληθεί, διότι κλεμμένο αυτοκίνητο δεν υπήρχε να τους δείξω και ήταν φανερό ότι το όλο αστείο έφτανε στο τέλος του.
Ο Νίκος, αναλογιζόμενος ότι αυτοί οι δύο θηριώδεις άνδρες θα μπορούσαν να μας διαλύσουν και τους δύο με τα χέρια τους μόνο, με ρώτησε «αν γίνει κάτι, θα ρίξεις ή θα ρίξω;»
Εγώ του είπα ότι δεν μπορώ να ρίξω εγώ, αφού δεν μπορούσα καν να κρατήσω την καραμπίνα στα χέρια μου, και εκείνος μου είπε εντάξει. Το νόημα αυτής της στιχομυθίας δεν ήταν να σκοτώσουμε τους ανθρώπους, αλλά να πυροβολήσει ο Νίκος εκφοβιστικά στον αέρα σε περίπτωση που ο Σγούρος και ο φίλος του αντιδρούσαν βίαια, όταν μάθαιναν την αλήθεια, διότι με τη σωματική τους δύναμη και μόνο θα μπορούσαν να μας σκοτώσουν με γυμνά χέρια, ακόμη και αν δεν είχαν όπλα μαζί τους. Εμείς βέβαια δεν ξέραμε στα σίγουρα αν έφεραν όπλα, αλλά υποψιαζόμαστε ότι μπορεί να είχαν και τελικώς απεδείχθη ότι έφεραν ένα μαχαίρι και ένα κλομπ στα τσαντάκια τους, τα οποία ήδη έχουν βρεθεί και κατασχεθεί από την αστυνομία. Πλησιάζοντας το Σγούρο, αυτός με έπιασε από το σβέρκο αγριεμένος, με έβαλε ανάμεσα σε αυτόν και το φίλο του και μου είπε «προχώρα». Προχωρήσαμε περίπου 30 μέτρα. Καθώς προχωρούσαμε, άκουσα πίσω μου βήματα γρήγορα και νευρικά, κοίταξα λοξά και είδα το Νίκο να μας ακολουθεί με την καραμπίνα στα χέρια.
Γεμάτος φόβο έτρεξα προς τα πλάγια και εν συνεχεία προς τα πίσω, ξεφεύγοντας από το Σγούρο, και τότε ο Νίκος άρχισε να πυροβολεί τον Κομμάτη και μετά το Σγούρο.
Όλα έγιναν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ήδη από τον πρώτο πυροβολισμό εγώ βρέθηκα σε κατάσταση σοκ και δεν μπορούσα να κινηθώ άλλο ούτε να φωνάξω, υπό την επίδραση του τρόμου αλλά και του εκκωφαντικού ήχου των πυροβολισμών που έκανε το κεφάλι μου να βουΐζει έντονα, προκαλώντας μου αίσθημα ναυτίας. Έπεσα στο έδαφος, γιατί ζαλιζόμουν και δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, και έκανα εμετό. Κοίταξα το Νίκο και τον είδα και αυτόν εντελώς χαμένο και πανικόβλητο να απευθύνεται σε αυτούς που είχε πυροβολήσει και να τους λέει «συγγνώμη βρε φίλε».
Για αρκετή ώρα που δεν μπορώ να υπολογίσω, κανείς μας δεν μπορούσε να μιλήσει. Κάποια στιγμή αρχίσαμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλο τι πρέπει να κάνουμε και μολονότι η σωστή ενέργεια θα ήταν να ειδοποιήσουμε την αστυνομία και να παραδοθούμε, εντούτοις διαπιστώσαμε ότι δεν είχαμε τη δύναμη να το κάνουμε, ο μεν Νίκος επειδή συνειδητοποίησε ότι είχε σκοτώσει δύο ανθρώπους και τίποτε δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό, εγώ δε επειδή το όπλο ανήκε στη μητέρα μου και το αυτοκίνητό μας στον πατέρα μου, οι οποίοι θα μπορούσαν και οι ίδιοι να μπλέξουν, ενώ φυσικά δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για όσα είχαν συμβεί και πίστευαν ότι είχα βγει με το φίλο μου σε νυχτερινή έξοδο».star.gr ΚΑΝΤΕ LIKE ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΤΕ... ΣΗΜΕΡΑ ΤΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ... ΑΥΡΙΟ
